Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

ΤΑ ΚΟΡΟΙΔΑ





Σήμερα θα γράψω, είπα και άρχισα. Χωρίς να ξέρω γιατί. Είναι που διαβάζω και αυτό το βιβλίο για την Γκεστάλτ (καταπιάστηκα και πάλι, μπας και θυμηθώ τι σπούδασα.)
Η Γκεστάλτ λοιπόν μας λέει ότι αυτό που συμβαίνει τώρα, στο σήμερα,
είναι και αυτό που έχουμε, η πραγματικότητά μας. Ότι δεν υπάρχει παρελθόν  μέλλον κτλ.

Καλές οι θεωρίες αλλά προτιμώ  να τις συνδυάζω  με το σήμερα για να προσγειώνομαι λίγο και να μην καταντώ σαν ορισμένους ονειροπαρμένους, φαντασμένους διανοούμενους που περιφέρονται ναρκισσιστικά  φορώντας για κασκόλ τις θεωρίες τους. Και μετά τί ; Να πάμε σε κάνα πάρτυ να πάρουμε κανένα ναρκωτικό να πιούμε τα ουίσκια μας και να πούμε εξυπνάδες με τους τριγύρω μας. Μπορεί και ναι και όχι, και  γιατί όχι; και τί με μέλλει εμένα δηλαδή; Και όλα τα ερωτήματα έρχονται το ένα μετά το άλλο, και δη μετά την επιστροφή από Ελλάδα.

Κάθε φορά μοιάζει διαφορετική όμως δεν ξέρω πλέον αν έχει να κάνει με εμένα ή την απόσταση, τον τρόπο ζωής μου μακρύα από εκεί ή το πως βλέπω πλέον τα πράγματα γύρω μου.

Έφτασα μέρες γιορτίνες και συνάντησα κόσμο. Λίγο και αγαπημένο αυτή την φορά. Λίγες κουβέντες και όχι φλυαρίες. Οι σκέψεις πολλές, οι μέρες λίγες. Είχα λοιπόν το ακόλουθο τουρλού στο μυαλό μου.

Εκεί που πιστεύεις ότι μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα και νομίζεις ότι η απόσταση σου δίνει πλεονέκτημα να είσαι αντικειμενικός παρατηρητής έρχεται το συναίσθημα και εκεί όλα πάλι μπερδεύονται. Είσαι εσύ, ο Έλληνας του εξωτερικού που σου λείπει η Ελλάδα, αλλά γιατί;
για τα σουβλάκια, τις ταβέρνες με τα ρεμπέτικα και τα πανηγύρια,και φυσικά τα ελληνικά νησιά. Και έπειτα τα κάνεις και αυτά και όταν όλα αυτά τελειώσουν δεν ταυτίζεσαι με πολλά από όσα βλέπεις γύρω σου. Οι άνθρωποι μιλάνε γύρω σου και πολλά σου ακούγονται ξένα. Και μέτα σου λένε οι άλλοι , "καλά χαλάρωσε" δεν λείπεις και 20 χρόνια. Και γελάς γιατί λες ναι έτσι είναι και δεν θα μπεις στο κόπο καν να εξηγήσεις ότι σήμερα τα 6 χρόνια είναι σαν 20. Τα δεδομένα δεν είναι τα ίδια όπως όταν οι γιαγιάδες μας πήγανε στη Γερμανία για δουλειά. Και μετά ενώ μόλις έχεις σκεφτεί αυτό δίνεις πάλι μια σφαλιάρα στον εαυτό σου και λες "σκάσε και δες  καθαρά ότι μάλλον παίζει να μην έχει και μεγάλη διαφορά η γιαγιά σου στη Γερμανία πριν χρόνια με τους Έλληνες που τρέχουν σήμερα  στα Βερόλινα.


Θέλεις να δεις την πραγματικότητα όσο πιο αμερόληπτα γίνεται αλλά μετά σου έρχονται στο νου όλα όσα θέλεις να κάνεις στην πόλη σου και απλά δεν μπορείς, δεν έχεις την επιλογή. Μετά πάλι σκέφτεσαι, "και πού ξέρείς; προσπάθησες για να το ξέρεις;

Βέβαια απ΄όλα έχει ο μπαχξές. Άνθρωποι που μιζεριάζουν, άλλοι που δείχνουν πικρία και κακιούλα για  σένα που έφυγες έξω και άλλοι που είναι ευτυχισμένοι με τα λίγα και βλέπουν την θετική πλευρά των πραγμάτων (ευτυχώς υπάρχουν και αυτοί). Όλοι μου κλάφτηκαν για τον έναν ή άλλο λόγο. Μας πάει εξάλλου αυτό και ξέρουμε να το κάνουνε καλά.
Από την άλλη, γιατί να μη  θεμιτό και αυτό;
Πάνω που πάω να κρίνω κάτι με σταματάει γιατί δεν ξέρω πως είναι γιατί δεν ζω εκεί, και δεν θα μάθω ποτέ για την ώρα.
Έχω στο μυαλό μου την Θεσσαλονίκη όταν ήμουν φοιτήτρια και ο κόσμος φάνταζε εναλλακτικός, underground και γεμάτος προτάσεις και επιλογές. Δεν ήταν παρά μια εποχή, μια ιδέα. Μήπως ήμασταν εμείς; Μήπως ανέκαθεν ήταν όλα αφημμένα; Μήπως τελικά και οι εικοσάχρονοι τώρα βιώνουνε παρόμοια την πόλη και εμείς απλά γινόμαστε μεγάλοι και μιλάμε για κρίση και προβλήματα και ξεχνάμε να ζήσουμε και να χορέψουμε και να ανεμελιάσουμε; Μήπως άλλαξαν πολλά από όταν οι γονείς μας ήταν παιδιά; Μήπως και εκείνοι σόμπα δεν εκαίγαν; που λέει και η θεία η Σοφία, "και τώρα σόμπα καίνε". Εντάξει όχι όλοι… αλλά και οι πλούσιοι πάντα πλούσιοι ήταν επομένως δεν μιλάμε  γι΄αυτους.

Αυτό που σίγουρα ξέρει να κάνει ο Έλληνας είναι τις μέρες που πρέπει να σταματάει κάθε παράπονο, ή όχι,  το κάνει και απλά  ξεχυνέται στους δρόμους  για  να ψήσει , να τσικνιστεί και να χορέψει την τελευταία μέρα του έτους.
 Παραμονή Πρωτοχρονιάς το κέντρο της πόλης ήταν ένα τεράστιο κέντρο διασκέδασης με διαφορετικά δωμάτια. Πραγματικά εντυπωσιάστηκα. Το χάρηκα για να είμαι ειλικρινής. Ο κόσμος μου φάνηκε πιό πολύς και από ποτέ.
Στο διπλανό τραπέζι κάπου εκεί στη στοά Μοδιάνο, η  γεροντοπαρέα έπινε τα κρασιά της μονορούφι και χόρευε το κοροϊδο του Μάρκου.. και εγώ τραγουδούσα με μεράκι χειροκροτώντας την χορευταρού κυρία που τα έδινε όλα. Η φίλη μου έκανε στροφή  και με κοίταξε με απορία που ήξερα τους στοίχους.. θαρρείς και εγώ από που είμαι; Το ότι αγαπάω την τέκνο δεν σημαίνει ότι θα ξεχάσω και την ελληνική τέκνο του '20!

Εκείνη την ιερή στιγμή η κρίση ήταν κάτι σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Κάτι που απλώς ξορκίζεται με χορούς και μουσική. Στο φτωχό μυαλό μου. Μπορεί να ακούγομαι προκλητική αλλά τί πιό προκλητικό από τα ίδια τα γεγονότα και αρκεί να δεις γύρω σου τι συμβαίνει. Τί συμβαίνει; Η ζωή! Αυτό συμβαίνει και θα συμβαίνει πάντα. Μια ζωή με αντιθέσεις και όλοι αντιλαμβάνονται την κρίση με διαφορετικό τρόπο. Εγώ ψηφίζω αυτούς που χορεύουν.
Οι λέξεις είναι για να παίζουμε και εμένα μ΄αρέσει να παίζω. Να προκαλώ. Να σκέφτομαι αλλά και καμιά φορά να το βουλώνω και απλά να ζω τη στιγμή και ας με λένε….κορόιδο. Γεια σου Μάρκο!