Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013




ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Έπλυνα τις πρώτες μου φράουλες, τις έπλυνα καλά, προσεκτικά. Να γυαλίζουν. Να είναι ροδοκόκκινες και λαμπερές σαν τα νιάτα μας. Μεγάλες και ζωηρές , έδωσαν χρώμα στο σημερινό δειλά ανοιξιάτικο απόγευμα.
Η άνοιξη είναι εδώ. Μου το είπανε τα φυτά μου σου λέω. Και ο καιρός και η μυρωδιά στον αέρα. Είναι από αυτά τα απογεύματα που ο χειμώνας κάνει τα γινάτια του στην άνοιξη και τις βάζει τρικλοποδιές. Παίζουν κρυφτό σαν δυο ερωτευμένοι. Και τα πουλιά το λένε με το απαλό τους τραγούδι. Και το ότι άνοιξα τα παράθυρα μου και ακούμπησα στο περβάζι για να σου γράψω. Και το οτι δεν άνοιξα τον υπολογιστή γιατί προτίμησα τα μηνύματα του αερά. Δεν αποτυπώνονται στο χαρτί απλά βιώνονται. Το απόγευμα αυτό μοιάζει με χαρμολύπη. Το τέλος και αποχωρισμός μαζί με μια αρχή και τελικά  η μεταμόρφωση. Ο τελευταίος χορός και ένα νέο ξεκίνημα.
Εχώ εδώ και ώρες την αίσθηση ότι το πάει για βροχή. Αλλά τελικά είναι τα τερτίπια..
Αεράκι γνώριμο, δροσιά απογευματινή για να ρίχνεις το ζακετάκι στους ώμους σου, να ξαπλώνεις με τον αγαπημένο σου σε μια παραλία από αυτές που αγαπήσαμε. Να τρως τα τελευταία παγωτά που δεν λιώνουν και τα κρατάς με τα χέρια παγωμένα.
Αυτό το αεράκι με γυρίζει σε εκείνα τα χρόνια που μύριζα τα λουλούδια στον κήπο της μαμάς. Τα απογεύματα που πήγαινα στο φροντηστήριο αγγλικών και έτρεμα από έρωτα και  έφευγε η γη κάτω από τα πόδια μου μολίς έβλεπα τον Βασιλάκη.
Ίδια μυρωδιά, ίδιος αέρας. Ερωτευμένη πάλι , μα όχι το ίδιο. Δεν τρέμω πια. Δεν κοκκινίζω το ίδιο. Μπορώ όμως να βρίσκω ξανά εκείνο το παιδί που μιλάει και με επισκέπτεται κάτι ανοιξιάτικα απογεύματα σαν το σημερινό. Έρχεται με τυλίγει και με φέρνει κοντά σου.  Κοντά σε εκείνους μου αγαπάμε. Θα σε πήγαινα στη Barceloneta σήμερα και θα σε βολτάριζα. Θα πέρναμε παγωτό χωνάκι , από εκείνα τα λαχταριστά και θα μιλούσαμε για τη ζωή. Γι αυτήν που πλάθουμε και που μας πλάθει. Θα σου πιανα το χέρι και θα σου μάζευα ψηλά τα μαλλιά σαν την Σταλίτσα. Θα γινόμασταν εκείνα τα μικρά κοριτσάκια που τρέχαμε στις γειτονιές και ονειρευόμασταν την ζωή που έχουμε. Είμαι σίγουρη.
                        
Θυμάμαι που ίδρωνα από τα κυνηγητά και έπειτα μαζευόμασταν στο μπαλκόνι της θείας Ελένης και ακούγαμε τα κουτσομπολιά των γιαγιάδων και τους τελειώναμε τα κουλουράκια , χειροποιήτα τότε.  Άλλοτε διαβάζαμε βιβλία και περιοδικά στα μπαλκόνια, ώσπου αρχίσαμε να μιλάμε για αγόρια και μας τσιμπούσανε τα κουνούπια καθώς σουρούπωνε, μα τίποτα δεν μας ενοχλούσε. Εκείνα τα απογεύματα που η γειτονιά ήταν ο κόσμος.
Βραδυάζει. Ώρα να πάει ο καθένας σπίτι του. Πρέπει να κλείσουμε τα παράθυρα γιατί βγήκε ψύχρα και σκοτείνιασε. « κάτσε να σε πάω μέχρι το σπίτι σου να σε δώ να μπαίνεις μέσα» όπως μου λέγε η θεία η Ζωή. «Να σε δω να μπαίνεις!» και έτρεχα να μπω νιώθωντας τη νυχτερινή ψύχρα και ελαφρώς ιδρωμένη, με ψιλό βήχα και τα κρυφά γκούχου γκούχου από τα πρώτα παγωτά. ...Αύριο πάλι..